Πόση ποσότητα υδατανθράκων μπορεί να προκαλέσει αντίσταση στην ινσουλίνη;

Σε προηγούμενο άρθρο αναφέρθηκα στο γεγονός ότι δεν σε παχαίνουν (και δεν προκαλούν αντίσταση στην ινσουλίνη) οι υδατάνθρακες, όπως πολλοί πιστεύουν, αλλά το κρέας και συγκεκριμένα τα κορεσμένα λιπαρά. Σε αυτό το άρθρο θα αναλύσουμε μια έρευνα η οποία έγινε με σκοπό να βρεθεί πόση ποσότητα υδατανθράκων είναι αρκετή -σε μια δίαιτα πλούσια σε λιπαρά- ώστε να προκαλέσει αντίσταση στην ινσουλίνη.

Υπάρχουν πολλές έρευνες οι οποίες έρχονται κόντρα στο θέμα αυτό. Για παράδειγμα μια έρευνα τονίζει ότι μια δίαιτα που είναι πλούσια σε λιπαρά συμβάλει στην αντίσταση στην ινσουλίνη [1], όταν μια άλλη αναφέρει ότι μια δίαιτα πλούσια σε λιπαρά στην ουσία προστατεύει από την αντίσταση στην ινσουλίνη [2]. Από την άλλη, μια έρευνα αναφέρει ότι μια δίαιτα πλούσια σε υδατάνθρακες μπορεί να οδηγήσει σε αντίσταση στην ινσουλίνη [3], όταν μια άλλη την αναιρεί και αναφέρει ότι μια δίαιτα πλούσια σε υδατάνθρακες προστατεύει από την αντίσταση στην ινσουλίνη [4].

Το γεγονός αυτό προκαλεί μπέρδεμα σε κάποιους, ενώ είναι εργαλείο για να «προωθήσεις» την θεωρία που θέλεις. Για παράδειγμα κάποιος που είναι υπέρ της δίαιτας Atkins σίγουρα θα χρησιμοποιήσει μια έρευνα που τονίζει τα υπέρ μιας τέτοιας δίαιτας κλπ. Στην έρευνα που θα αναλύσουμε εδώ. εξηγούνται πολλά που προκαλούν αυτές τις συγχύσεις μεταξύ των ερευνών [5].

Σκοπός της έρευνας αυτής ήταν να απαντηθούν κάποια ερωτήματα, όπως κατά πόσο οι υδατάνθρακες προκαλούν ή όχι αντίσταση στην ινσουλίνη (όταν καταναλώνονται με λιπαρά), αν τα λιπαρά ευθύνονται για την αντίσταση στην ινσουλίνη και πόση ποσότητα υδατανθράκων μπορεί να προκαλέσει αντίσταση στην ινσουλίνη. Στο προηγούμενο σχετικό άρθρο αναφέρθηκα ότι όταν καταναλώνεις λιπαρά σε συνδυασμό με υδατάνθρακες, τότε προκαλείτε η αντίσταση στην ινσουλίνη και σε αυτό το πρόβλημα είναι τα λιπαρά και όχι οι υδατάνθρακες.

Για να βρεθεί μια αντικειμενική απάντηση, οι ερευνητές εξέτασαν διαφορετικές ομάδες ποντικιών, όπου τα τάισαν με διατροφή που περιείχε 0.1, 5%, 10% και 25.5% υδατάνθρακες σε διατροφή που περιείχε 58% λιπαρά αλλά με ανόμοιες ποσότητες πρωτεΐνης (41%, 37%, 32% και 16.5%) για 5 εβδομάδες. Οι ερευνητές εξέτασαν την ποσότητα θερμίδων, το βάρος και την αύξηση λίπους, την ευαισθησία στην ινσουλίνη και το οξειδωτικό στρες στο συκώτι και τους μύες των ποντικιών, ενώ εξέτασαν και τις επιπτώσεις μιας δίαιτας υψηλής σε λιπαρά οξέα όπου επιβεβαίωσαν ότι η παρουσία λιπαρών οξέων είναι ουσιώδης στην ανάπτυξη της αντίστασης στην ινσουλίνη και προκαλείτε από χρόνια έκθεση στην ινσουλίνη.

Η έρευνα έδειξε ότι τα ποντίκια ανέπτυξαν αντίσταση στην ινσουλίνη ακόμη και με μικρές ποσότητες υδατανθράκων στην διατροφή τους (0.1%), ενώ το μέγεθος της αντίστασης αυξήθηκε όταν αυξήθηκαν και οι ποσότητες υδατανθράκων επίσης. Ο συνδυασμός διατροφής υψηλής σε λιπαρά με μόλις 10% υδατανθράκων ήταν ιδανική για να προκαλέσει το μέγιστο επίπεδο της αντίστασης στην ινσουλίνη. Με λίγα λόγια, δεν προκαλούν οι υδατάνθρακες την αντίσταση στην ινσουλίνη, αλλά τα κορεσμένα λιπαρά. Οι υδατάνθρακες απλώς προκαλούν την αύξηση της ινσουλίνης, όπου αρχίζει και δημιουργείτε το πρόβλημα.

Βέβαια αυτό δεν πρέπει να ικανοποιήσει όσους είναι φαν των διατροφών χαμηλών σε υδατάνθρακες και υψηλών σε λιπαρά, αφού πρώτον μένει να δούμε σε κάποια επόμενη έρευνα κατά πόσο αυτές οι ποσότητες ισχύουν και για τους ανθρώπους. Για παράδειγμα ένας αθλητής θα μπορεί να διαχειριστή μεγαλύτερες ποσότητες υδατανθράκων από έναν που κάθεται όλη μέρα.

Επίσης (και είναι και το σημαντικότερο γιατί όσοι κάνουν διατροφή χαμηλή σε υδατάνθρακες και υψηλή σε λιπαρά βάζουν σε κίνδυνο την υγεία τους) παρότι η μειωμένη λήψη υδατανθράκων είναι ένα εργαλείο για να βελτιώσεις την διαχείριση τους από το σώμα σου, εντούτοις θα πρέπει να γίνει με τροφές που είναι χαμηλές σε λιπαρά και αυτό γιατί όπως εξηγεί η έρευνα «οι υδατάνθρακες δεν είναι απαραίτητοι για να αναπτυχθεί αντίσταση στην ινσουλίνη, αλλά ακόμη και μια μικρή ποσότητα (5%) είναι αρκετή για να χειροτερέψει τα πράγματα. Τα λιπαρά είναι αυτά που αναπτύσσουν την αντίσταση στην ινσουλίνη«, κάτι που ανέφερα και στο προηγούμενο άρθρο.