Μια φορά PUA πάντα PUA

Δεν είμαι καλός ούτε κακός.

Εμφανισιακά είμαι μέτριος, συχνά πάσχω από κατάθλιψη, με αποτέλεσμα το πρόσωπο μου να έχει μια στενάχωρη εικόνα, αυτή του καταθλιπτικού ανθρώπου. Αρκεί να δεις πως μοιάζει ο Άλαν Πόε για να πάρεις μία κάποια ιδέα για μένα.

Δυστυχώς παρότι γράφω, δεν γράφω τόσο καλά για να δίνω κάποιος διάσημος. Η φωνή μου δεν είναι μπάσα, παρόλα αυτά δεν είναι και τσιριχτή. Είναι απλά μια συνηθισμένη φωνή. Έχω όμως δύο μελαγχολικά μάτια και ένα σχετικά τίμιο πρόσωπο. Είμαι έξυπνος και διορατικός, δυστυχώς όμως είμαι τόσο αυτοκαταστροφικός και έχω χύσει τόσες πολλές φορές την «καρδάρα με το γάλα», που απορώ και εγώ, πως καταφέρνω να έχω μια κάποια σχετική άνεση και τάξη στην ζωή μου. Είμαι επίσης ειλικρινής και καλοπροαίρετος, ευγενικός και κατά βάθος πολύ ευαίσθητος, παρότι άμα με πιάσει το «μανιάτικο» γίνομαι «σκύλος».

Πράγμα που έχει και τα θετικά του σε σχέση με τις γκόμενες (γιατί ψαρώνουν) αλλά και τα αρνητικά του, σε σχέση με την ψυχική μου ηρεμία.

Με λίγα λόγια, θα έλεγα ότι σε γενικές γραμμές, είμαι αυτό που λέμε: ένα «καλό παιδί» που όμως γίνεται «κακό» εφόσον του πατήσεις τον κάλο.

Όλα αυτά – τα πολλές φορές αντιφατικά μεταξύ τους, χαρακτηριστικά, μου εξασφαλίζουν σπάνια γυναίκες και πολλές – πολλές φίλες. Για να είμαι απολυτά ειλικρινής, το πρόβλημα μου δεν είναι ότι δεν «βγάζω γυναίκες» το πρόβλημα μου είναι, ότι και τις σπάνιες φορές που τα καταφέρνω μετά από πολύ προσπάθεια, μετατρέπω τις σχέσεις της μίας βραδιάς σε μακροχρόνιες σχέσεις.

Επειδή συγκατοικώ τώρα κάποια μακροχρόνια σχέση μου, οι κινήσεις είναι ασφαλώς περιορισμένες. Με τσεκάρει σε κάθε ευκαιρία και νιώθω τα χνώτα της συνεχώς επάνω μου – όχι ότι την αδικώ.

Παρόλα αυτά η συγκατοίκηση, το στρωμένο κρεβάτι, το φαγητό, αλλά κυρίως ένας άνθρωπος όταν γυρνάς από την δουλειά, τις κρύες νύχτες του χειμώνα, είναι ασφαλώς πολύ καλύτερο από το τίποτα, για ένα κατά βάση καταθλιπτικό άτομο σαν εμένα.

Εξακολουθεί όμως να μου λείπει το σεξ.

Έχω ερωτικές ορμές, σε σημείο που να αυνανίζομαι κάθε μέρα, καθώς με αυτήν που συγκατοικώ, περισσότερο αγγαρεία, παρά κάτι άλλο είναι.

Κάποια στιγμή λοιπόν ανακάλυψα όπως όλοι εδώ το PUA – είπα να αλλάξω και καθώς δεν έχω φίλους που να ασχολούνται με το «άθλημα» δοκίμασα το “day game” έχοντας αποστηθίσει πολλές ατάκες του «The game” σχεδόν αυτολεξεί.

Διάβασα επίσης κάποια πράγματα και για την στάση του σώματος, τον νευρολογικό προγραμματισμό και τα εφάρμοσα στο «πεδίο» μόνος μου (και ναι, μερικές ατάκες πραγματικά δουλεύουν, ακόμα και στις Ελληνίδες.)

Αρχικά είχα κάποια αποτελέσματα δεν λέω: – Το: «ανατρίχιασα, να κοίτα…!» που είπε μια κοπέλα κάποτε (ένα 5μισαρακι, σερβιτόρα) μιλώντας για μένα και δείχνοντας τις τρίχες του χεριού της στην φίλη της ως επιβεβαίωση – παραμένει για μένα, μία μοναδική στιγμή θριάμβου, που θα μείνει ανεξίτηλα στην μνήμη μου όσα χρόνια και αν περάσουν!

Μετά η σερβιτόρα προσφέρθηκε αυτοβούλως να με κατατοπίσει «που είναι το πόστο της μην τύχει και ξαναπεράσω – και άμα θες έλα να με βρεις…» χωρίς καν να έχει ερωτηθεί. Την ήξερα μόλις πέντε λεπτά!

Εγώ φυσικά πήρα πολύ τα επάνω μου και πήρα κατευθείαν για την φίλη της, που μου άρεσε πολύ περισσότερο (8,5ρι καστανό) και ακόμα ποιο φυσικά τελικώς – όπως γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις… πήρα τα αρχίδια μου!

Το πρόβλημα τώρα με το PUA, δεν ήταν ότι δεν έβρισκα γκόμενες, το μεγάλο βαθύτερο πρόβλημα που είχα ήταν ότι έβρισκα: ή άσχημες, ή μεγάλες, ή αδιάφορες γυναίκες. Και δεδομένου ότι δεν μπορούσα να «παίζω» το βράδυ έξω στο «πεδίο» σε λίγο καιρό τα παράτησα.

Δεν έμαθα τόσα πράγματα και δεν έκανα τόσο κόπο, για να «μετράω» σε μέτριες ή άσχημες γκόμενες, εξάλλου τέτοιες άμα ήθελα είχα και ποιο πριν, με λίγη μεγαλύτερη προσπάθεια και τύχη.

Βέβαια τώρα μπορούσα να τις βγάλω πολύ πιο εύκολα και χωρίς συναισθηματικό μπλέξιμο και σχέση – αλλά ποιος θέλει να γαμάει μίαν άσχημη, ή μια μέτρια γκόμενα;

Το πήρα λοιπόν απόφαση:

Για πρώτη φορά στην ζωή μου είπα: «Θα πάω στις πουτάνες!»

Άμα είναι να πηδάω κάποια, να πηδάω και να τρίζει η γη. Όχι να σκέπτομαι πότε να τελειώσω και τι αγγαρεία είναι αυτό που κάνω.

Αφού συλλογιστικά τα «πλην» και τα «συν» (και αφού πήρα όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις), «με τα φόβου θεού πίστεως» ε,,, πήγα!

Η πρώτη εντύπωση ήταν απογοητευτική. Αφού έμαθα τα κατατόπια βρήκα ένα δεκαενιάχρονο ρωσιδάκι (8,5ρι) και πήγα μαζί της στο «δωμάτιο».

Ποιο ξενέρωτο σεξ δεν έχω κάνει στην ζωή μου.

Η γκόμενα δεν ήταν ότι δεν γούσταρε απλά, το έκανε τόσο, μα τόσο αγγαρεία – κάνοντας ταυτόχρονα εμφανές το ποσό δεν με γούσταρε – που όχι μόνο δεν τελείωσα, αλλά στο τέλος για πρώτη φορά στην ζωή μου, μου έπεσε κιόλας!

Βρισκόμουν πάλι σε αδιέξοδο.

Μπορεί λοιπόν τώρα να είχα να διαλέξω ανάμεσα σε όμορφες γκόμενες αλλά καθώς δεν είχα λεφτά για πουτάνες πολυτελείας, ήταν προφανές ότι σεξ δεν θα ευχαριστιόμουν.

Είχα όμως κάποια πλεονέκτημα που οι Ελλ(ει)νίδες δεν στα δίνουν συχνά – ειδικά οι όμορφες, είχα μία καταρχήν θετική αντιμετώπιση από αυτές, έστω και προσποιητή και ήμουν… πρώην (ας πούμε…) PUA. Ο θεός να με κάνει…

Θα «σαρτσάριζα» λοιπόν τις πουτάνες!

Ε, και ρε μάγκες έπιασε!

Και περισσότερες από μία φορές…

«Το σχέδιο ήταν απλό, δεν έπρεπε να κάνω ότι κάνουν όλοι οι άλλοι» που λέει και Mystery στο βιβλίο του Neil Strauss «The Game».

Το πρώτο «σαρτσάρισμα» ήταν και το ποιο τυχερό – ή τύχη του πρωτάρη ίσως.

Ένα μεσημέρι που αποφάσισα να πάω απλά για να δω τι παίζει σε κάποια κακόφημη συνοικία της Αθήνας, χωρίς να έχω σκοπό να κάνω κάτι περισσότερο από αυτό, πέρασα μπροστά από δυο – τρεις πουτάνες που ήταν κάτω του μετρίου και αποφασίζοντας ότι δεν με ενδιαφέρει καμία τους, πήγα να πάρω ένα σάντουιτς.

Καθώς απομακρυνόμουν από το σαντουιτσάδικο, είδα μια γυναίκα που έμοιαζε υπερβολικά στην Τζενη Ιωακιμήδου – με ντύσιμο ανάλογο στο «βότκα πορτοκάλι» όταν υποδυόταν μια μπαρόβια Ρωσίδα – να έρχεται προς το μέρος μου, εμφανώς αναστατωμένη.

Μην χάνοντας την ευκαιρία πλησίασα κοντά της, δήθεν αδιάφορα και με ελαφρά την περιέργεια. Κάτι με ρώτησε, που δεν μπόρεσα να καταλάβω τι και αμέσως μετά τη ρώτησα «τι συμβαίνει;»

Την ρώτησα αυτό δήθεν ανυποψίαστος, σαν να ήταν μια οποιαδήποτε γυναίκα και όχι μια πουτάνα που έκανε πιάτσα, λίγα μόλις τετράγωνα παρακάτω, πράγμα που ήταν εμφανές, από τα ρούχα, το έντονο μακιγιάζ και όλα τα υπόλοιπα.

Αυτή έπεσε στην παγίδα και μου απάντησε σαν να ήταν μία οποιαδήποτε περαστική, ότι: της επιτέθηκαν κάτι πρεζόνια και ότι της έκλεψαν το κινητό και πιθανόν το πορτοφόλι.

Τώρα που το θυμάμαι καλύτερα, μάλλον πρέπει να με ρώτησε εάν έχω κινητό να πάρει ένα τηλέφωνο την μάνα της.

Εκείνη την ώρα ήμουν σίγουρος, ότι εάν δεν μαλακιστώ πάλι, όντως θα γίνει κάτι.

«Τι λες βρε παιδί μου έπαθες τέτοιο πράγμα; Κάθισε λίγο να πιεις λίγο νερό να ηρεμήσεις.» Και λέγοντας αυτά, γύρισα και ξανακάθισα στο σαντουιτσάδικο. Αυτή κάθισε σαν υπάκουο σκυλάκι δίπλα μου, εμφανώς ανακουφισμένη.

Το μυαλό μου δούλευε πυρετωδώς, πρώτα από όλα ήθελα να διαπιστώσω εάν ήταν πρεζόνι ή όχι.

Παρήγγειλα πάλι μία πορτοκαλάδα για μένα (αποφεύγοντας τεχνηέντως το βλέμμα της σερβιτόρας που προσπαθούσε να μου πει, «άνθρωπε που πας να μπλέξεις, δεν είναι αυτό που νομίζεις…») Και έτσι κατάλαβα ότι μάλλον έπαιζα υπερβολικά καλά το ρόλο του ανίδεου μαλάκα!

Ακολούθησε ο εξής διάλογος :

Αυτή: μπλα μπλα μπλα, μπουρου μπουρου μπουρου…

Εγώ: Τι λες ρε παιδί μου… συνέχισε, θες ένα σάντουιτς (!) να σου ανέβει το ζάχαρο(!!) φαίνεσαι κάπως χλωμή. Και έτσι της παραγγέλνω ένα νερό και ένα σάντουιτς – χωρίς να περιμένω απάντηση, θέλοντας να κερδίσω χρόνο για να σκεφτώ κάτι.

Αυτή: μπλα μπλα μπλα, μπουρου μπουρου μπουρου…

Εγώ: (σκέφτομαι) Είναι πραγματικό 9ρι γύρω στα 30 και πραγματική Ρωσίδα όχι σαν την Σμαράγδα που υποδύεται απλά τον ρόλο της Ρωσίδας. Ήταν η τέλεια γκόμενα.

Αυτή: Ευχαριστώ πολύ, νιώθω καταϋποχρεωμένη .. μπλα μπλα, μπουρου μπουρου..

Εγώ: Δεν έκανα τίποτα, ότι θα έκανα σε κάθε συνάνθρωπο… (σκέφτομαι) Ωραία και τώρα τι; Πως την πάμε από την καφετέρια κατευθείαν στο δωμάτιο και μάλιστα δωρεάν;(!)

Προσπάθησα να αναλύσω την κατάσταση λογικά σαν… PUA.

Εφόσον τα κλεφτρόνια της είχαν δημιουργήσει μία έντονη συναισθηματική αντίδραση (έστω και αρνητική) και εφόσον εγώ είχα εμφανιστεί εκεί σαν σωτήρας – ως ο από μηχανής θεός, εάν είναι σωστή η θεωρία που Mystery, η μισή δουλειά είχε ήδη γίνει, σκέφτηκα.

Αλλά το ερώτημα παρέμενε, πως το γυρνώ μετά και μάλιστα στην ψύχρα; Έπρεπε να ρισκάρω στο κάτω – κάτω τι είχα να χάσω, πουτάνα ήταν, δεν ήταν και γυναίκα «κανονική» (sic), είπα στον εαυτό μου.

Αυτή: Ηρέμησα τώρα λίγο… ευχαριστώ πολύ… μπουρου μπουρου μπουρου…

Είχε ήδη περάσει κάνα τέταρτό, είχε εμφανώς ηρεμήσει, οπότε έπρεπε να κάνω «κίνηση» και μάλιστα άμεσα, αν καθόμασταν κι άλλο ήμουν σίγουρος ότι θα μου ξανά ζήταγε το κινητό, να πάρει το γνωστό τη μάνα της ή δεν ξέρω ποιόν άλλο και τότε το παιχνίδι θα είχε οριστικά χαθεί.

Θα μπορούσα βέβαια να πάρω κάποιο κινητό της, αλλά εγώ ήθελα να κάνω σεξ εδώ και τώρα και μάλιστα σχεδόν δωρεάν!

Έπρεπε να ρισκάρω. Αισθάνθηκα λίγο άσχημα. Είχε έρθει η ώρα να πέσουν οι μάσκες. Η ώρα που όλοι οι άντρες φοβούνται.

Εγώ: (παριστάνοντας τον εντελώς ηλίθιο) πληρώνω σηκώνομαι να φύγω και τις λέω «πάμε;» αυτή ακολουθεί σαν υπνωτισμένη. Κάνω δέκα βήματα και ξαναλέω αδιάφορα «Κοίτα έχει ένα Hotel εδώ παρακάτω, πάμε άμα θέλεις να πλυθείς να κάνεις ένα μπάνιο, να μην κυκλοφορείς έτσι…» και ρίχνω μία υποτιμητική ματιά στα ρούχο της κάνοντας μια γκριμάτσα αηδίας. Στην πραγματικότητα βέβαια, δεν ήταν καν λερωμένη…!

Αυτή: λέει ένα ξεψυχισμένο «ναι..» και χαμηλώνει το κεφάλι ακολουθώντας με – ποιος άραγε ξέρει τι θα σκεπτόταν.

Εγώ: την απασχολώ ρωτώντας ξανά, λεπτομερές για το περιστατικό για να έχει απασχολημένο το μυαλό της με κάτι.

Φτάνουμε στο… «Hotel», πληρώνω το δωμάτιο και παίρνω το κλειδί (υπόψη, ότι δεν έχω δώσει φράγκο μέχρι τώρα εκτός από τα σάντουιτς).

Το δωμάτιο είχε χαμηλό φωτισμό, ένα κρεβάτι και το κυριότερο: καθόλου… καρέκλες!

Ένοιωθα το «Στιλάτο» από την Αμερική να μου κλείνει συνωμοτικά το μάτι του.

Κάθισα στο κρεβάτι. «Πάω να πλυθώ» μου είπε και μπήκε στο μπάνιο. Άκουσα το ντους να ανοίγει.

Όση ώρα η ξανθιά 30χρονη Ρωσίδα, ετοιμαζόταν, εγώ μακάριζα την τύχη μου και ευχόμουν να μην είχα τραβήξει δύο πρωινές μαλακίες επανωτά λίγο πριν, γιατί ένοιωθα το πουλί μου σχεδόν πλαδαρό.

Η ώρα περνούσε, πέρασαν, πέντε λεπτά, πέρασαν δέκα, δεν έλεγε να βγει, που και που, λέγαμε καμιά κουβέντα στα φωναχτά – έτσι για να σπάει η μονοτονία. Αυτή μου πέταγε υπονοούμενα για να την ρίξω στο κρεβάτι και εγώ έπαιζα τον εντελώς αδιάφορο και ηλίθιο, συνεχίζοντας το θέατρο του παραλόγου, ότι κάνω σχεδόν αγγαρεία αλλά η συνείδηση μου, δεν μου επιτρέπει κάτι το διαφορετικό.

Μετά από ένα τέταρτο -ίσως και παραπάνω και ενώ είχα ξενερώσει τελείως και κόντευα να κοιμηθώ, βγαίνει μπανιαρισμένη φορώντας μόνο το μπουρνούζι και κρατώντας στα χέρια της ένα… ξυραφάκι BIC!!!

Ήταν η πρώτη φορά που ψιλό-φοβήθηκα. Τι το θέλει το ξυραφάκι, λες να κόψει καμιά φλέβα, λες να με απειλήσει για να μου πάρει τα… λεφτά;!!

Και πριν προλάβω να σκεφτώ τίποτα άλλο, μεριάζει το λευκό μπουρνούζι που φόραγε και φανερώνοντας το καλλίγραμμο πόδι της μέχρι επάνω μου λέει: συγνώμη που άργησα… ξυρίζω τα πόδια μου οι καμία γυναίκα δεν πρέπει να έχει τρίχες… (!!!) wtf? Και έτσι κάνοντας με παντομίμα την κίνηση του ξυρίσματος στο πόδι της έως επάνω με άφησε να δω ότι από μέσα δεν φορούσε καν εσώρουχα. Και μετά ξαναμπαίνει στο μπάνιο.

Είναι από εκείνες τις σπάνιες στιγμές, που αισθάνεσαι τόσο υπερήφανος και που θέλεις να γελάσεις φωναχτά για πολύ ώρα, και όχι μόνο αυτό, αλλά και νιώθεις βαθιά μέσα σου, ότι το όφελος από ένα απλό σεξ δεν ανταποκρίνεται καν, ούτε προσεγγίζει, το μεγαλείο του πεσίματος σου.

Η γκόμενα γούσταρε τρελά την δήθεν αδιαφορία μου και ήταν αυτή, που μου την έπεφτε τώρα.

Αλλά έπρεπε να κρατηθώ λίγο ακόμα.

Βγήκε ακόμα κάνα δύο φορές από το μπάνιο, άρχισε να χαμογελά και να κάνει νάζια.

Εγώ την κοιτούσα βαριεστημένα του στιλ «άντε τέλειωνε και με καθυστερείς, έκανα την καλή μου πράξη για σήμερα τώρα είναι καιρός, να πάω και εγώ στην δουλειά μου.»

Κάθε φορά μου έδειχνε τα σχεδόν δίμετρα πόδια της ή τίναζε με νάζι τα μαλλιά της εγώ αδιαφορούσα.

Σε κάποια φάση δεν κρατήθηκε και άνοιξε τόσο πολύ το μπουρνούζι της που μπόρεσα να διακρίνω το αιδοίο της εντελώς καθαρά. Ήταν τελείως ξυρισμένο.

Εγώ βράχος!

Καθόμουν εκεί ατάραχος και μακάριος, κάνοντας ψιλοκουβέντα σαν να βλέπω κάτι που δεν μου κάνει εντύπωση και που το βλέπεις κάθε μέρα έξω. Σαν να ήταν κάτι το εντελώς φυσιολογικό.

Συνέχιζα να μιλάω περί ανέμων και υδάτων.

Εκεί για πρώτη φορά εκείνη, σκυθρώπιασε για λίγο και με κοίταξε με ένα ελαφρά δύσπιστο βλέμμα: «Μα καλά, λες να είναι τόσο μαλάκας και να μην προσποιείται τελικά;»

Είχε έρθει η ώρα μου.

Έλα να σε πάρω λίγο αγκαλιά να αισθανθείς κάπως καλύτερα είπα. Ηρθε πρόθημα. Μύριζε σαπούνι. Ένοιωθα το πουλί μου μισοσηκωμένο. Πρέπει να κόψεις οπωσδήποτε την πρωινή μαλακία υπενθύμισα πάλι στον εαυτό μου.

Κούρνιασε στην αγκαλιά μου και τις χάιδεψα τα ξανθά φρεσκολουσμένα της μαλλιά.

Την φίλησα στο κεφάλι πατρικά, σαν να την συμπονώ και να την λυπάμαι (το αισθανόμουν και λίγο κάπως αυτό.)

Της έβγαλα το μπουρνούζι, την χάιδεψα λίγο, ευτυχώς είχα αποχτήσει επαρκή στύση πάλι – τουλάχιστον δεν θα ξεφτιλιζόμουν εντελώς… Κατέβασα το παντελόνι μου έβαλα προφυλακτικό και άρχισα να την πηδάω (μπορεί να μου τον πήρε στο στόμα πρώτα, δεν θυμάμαι….). Πηδούσα και πηδούσα και πηδούσα, αλλά αισθανόμουν αδιάφορα και λίγο ένοχα – σαν να είχα κλέψει κάποια εκκλησία. Άλλαξα στάση, τα ίδια. Μετά από κανένα τέταρτό, άρχισε να μου πέφτει ξανά. Τραβηχτικά και την πήρα αγκαλιά, πάλι ακουμπώντας το κεφάλι της στον ώμο μου. Ήταν αυτό που ζητούσε. Αυτό που της είχε λείψει που δεν κάνει με τους πελάτες. «Όταν θέλεις κάτι πάρα πολύ, καμιά φορά συμβαίνει την πρώτη φορά …είπε αυτή σκεπτικιστικά βλέποντας το πεσμένο πέος μου.

Μου είπε ότι ήταν πρώην πρωταθλήτρια στίβου στην Ρωσία, η κάτι τέτοιο, ότι κάπου δούλευέ και ότι «προσωρινά» της είχε παραχωρήσει κάποιος γκόμενος της ένα εγκαταλειμμένο σπίτι χωρίς ρεύμα, για να μένει χωρίς ενοίκιο.

Απλά την πήδαγε αντί ενοικίου σκεφτικά μέσα μου. Μου είπε ότι έχει παιδιά και ότι έχει χωρίσει από τον Ρώσο πρώην άντρα της. Το σώμα της πάντως ήταν άψογο – το κάναμε άλλη μια φορά – προσπαθούσε φιλότιμα, αλλά το σεξ ήταν λίγο ξενέρωτο, ίσως γιατί εγώ δεν ήμουν σε φάση ή απλά ίσως αυτό να ήταν το τίμημα της χειραγώγησης. Ουσιαστικά δεν είχα αισθήματα για αυτήν.

Μου είπε ότι θα την ενδιέφερε μια σχέση μαζί μου και μου έδωσε το τηλέφωνό της.

Το έγραψα κάπου και υποσχέθηκα ότι θα την πάρω. Η ώρα είχε περάσει έπρεπε να την κάνω. Ήμουν ήδη εκεί δύο ώρες. Της άφησα δέκα ευρώ για να μπορέσει να κινηθεί και ν α πάει σπίτι της. Δεν ήθελε να τα πάρει. Επέμενα, τα πήρε. Δεν της τηλεφώνησα ποτέ.

Αυτή ήταν η πρώτη, θα ακολουθούσαν κι άλλες…

Γράφει ο Χ,
επισκέπτης της σελίδας.